Πέμπτη, 21 Μαΐου 2015

Η επιστημονική απόδειξη της ομοιοπαθητικής ιατρικής




Απόσπασμα από: The Consumer's Guide to Homeopathy, Dana Ullman, Tarcher/Putnam, 1996.

Μετάφραση: Αντώνης Παΐζης, ιατρός

Οι περισσότεροι άνθρωποι με κάποια εμπειρία στην ομοιοπαθητική, δεν έχουν αμφιβολία ότι τα φάρμακα "δουλεύουν", αν και αναπόφευκτα θα έχουν κάποιους συγγενείς, φίλους, γείτονες και γιατρούς που θα το βλέπουν με δυσπιστία.

Ένας τρόπος για να αντιμετωπίσουμε αυτό το σκεπτικισμό είναι να γνωρίσουμε τις έρευνες που έχουν γίνει πάνω στην αποτελεσματικότητα των ομοιοπαθητικών φαρμάκων.
Στην πραγματικότητα, υπάρχουν πολύ περισσότερες εργαστηριακές και κλινικές έρευνες πάνω στην ομοιοπαθητική ιατρική, απ' ότι ο περισσότερος κόσμος μπορεί να αντιληφθεί.


Λέγοντας αυτά, θα πρέπει επίσης να αναγνωρίσουμε την ανάγκη για περισσότερες έρευνες, όχι απλά για να απαντήσουμε στις ερωτήσεις των σκεπτικιστών, αλλά για να βοηθηθούν οι ομοιοπαθητικοί να βελτιώσουν τη χρήση αυτών των ισχυρών φυσικών φαρμάκων.

Κάποιοι σκεπτικιστές επιμένουν ότι η έρευνα στην ομοιοπαθητική είναι υποχρεωτική, καθότι η χρήση των εξαιρετικά μικρών δόσεων δεν σημαίνει τίποτα και καθότι δεν υπάρχει κάποιος γνωστός μηχανισμός δράσης αυτών των φαρμάκων. Ενώ είναι αλήθεια ότι οι ομοιοπαθητικοί, προς το παρόν, δεν γνωρίζουν ακριβώς πως οι ομοιοπαθητικές μικροδόσεις "δουλεύουν", υπάρχουν κάποιες θεωρίες που έχουν επιβληθεί, σχετικά με τον μηχανισμό δράσης τους.

Ακόμα πιο σημαντικό είναι όμως το γεγονός της απόδειξης ότι "δουλεύουν".

Και, ενώ οι ομοιοπαθητικοί μπορεί να μην καταλαβαίνουν πως τα φάρμακά τους αποδίδουν, σκεφτείτε ότι κορυφαίοι σύγχρονοι φαρμακοποιοί εύκολα παραδέχονται, ότι υπάρχουν πολλά φάρμακα σήμερα, που συνταγογραφούνται συχνά, συμπεριλαμβάνομένης και της ασπιρίνης και κάποιων συγκεκριμένων αντιβιοτικών, των οποίων ο μηχανισμός δράσης παραμένει άγνωστος. Παρ' όλο όμως αυτό το κενό γνώσης, οι γιατροί δεν έχουν σταματήσει να τα συνταγογραφούν.

Πολλοί συμβατικοί γιατροί εκφράζουν αμφιβολίες για την αποτελεσματικότητα της ομοιοπαθητικής, δηλώνοντας ότι "θα την πιστέψουν όταν τη δουν". Ίσως είναι πιο κατάλληλο γι' αυτούς να παραδεχτούν ότι "θα τη δουν όταν την πιστέψουν".
Αυτό δεν πρέπει να ληφθεί τόσο σαν κριτική για τους συμβατικούς γιατρούς, αλλά κυρίως για την συμβατική ιατρική σκέψη. Το βιοϊατρικό μοντέλο έχει περιορίσει τον τρόπο αντίληψης, τη σκέψη και την πρακτική της ιατρικής, στην θεραπεία ειδικών νόσων με υποτιθέμενα ειδικά - αντισυμπτωματικά φάρμακα και θεραπευτικούς χειρισμούς. Μια συνολική άποψη της συγκεκριμένης προσέγγισης της ιατρικής είναι η υπόθεση ότι όσο μεγαλύτερη είναι η δόση ενός φαρμάκου, τόσο πιο ισχυρό το αποτέλεσμα. Και ενώ αυτό μπορεί επιφανειακά να φαίνεται σωστό, εντούτοις καλά ενημερωμένοι γιατροί και φαρμακοποιοί γνωρίζουν ότι δεν είναι αλήθεια. Υπάρχει μια αναγνωρισμένη αρχή στη φαρμακολογία που λέγεται "διφασική ανταπόκριση των φαρμάκων.

Αντί λοιπόν σε ένα φάρμακο, απλά να αυξάνεται η αποτελεσματικότητα του όσο αυξάνεται η δόση του, οι έρευνες δείχνουν συνεχώς ότι υπερβολικά μικρές δόσεις μιας ουσίας έχουν το αντίθετο αποτέλεσμα των μεγάλων δόσεων.

Οι δύο φάσεις της δράσης ενός φαρμάκου (εξ ού και το όνομα "διφασική") εξαρτώνται από τη δόση. Για παράδειγμα, είναι ευρέως γνωστό, ότι φυσιολογικές ιατρικές δόσεις ατροπίνης μπλοκάρουν τα παρασυμπαθητικά νεύρα, προκαλώντας ξηρότητα στους βλεννογόνους, ενώ υπερβολικά μικρές δόσεις ατροπίνης προκαλούν αύξηση των εκκρίσεων στους βλεννογόνους.

Αυτή η φαρμακολογική αρχή, ανακαλύφθηκε το 1870 ταυτόχρονα από δύο διαφορετικούς ερευνητές, τον Hugo Schulz, ένα συμβατικό επιστήμονα και τον Rudolf Arndt, ψυχίατρο και ομοιοπαθητικό. Αρχικά ονομαζόμενος ως ο νόμος των Arndt - Schulz, αυτή η αρχή παραμένει ακόμα ευρέως αναγνωρισμένη, όπως μαρτυρεί το γεγονός ότι περιγράφεται στα ιατρικά λεξικά με τον ορισμό "νόμος".

Πιο ειδικά, αυτοί οι ερευνητές ανακάλυψαν ότι ασθενή ερεθίσματα επιταχύνουν την φυσιολογική δραστηριότητα, μέτρια ερεθίσματα την αναστέλλουν και ισχυρά ερεθίσματα την παύουν. Για παράδειγμα, πολύ ασθενείς συγκεντρώσεις ιωδίου, βρωμίου, χλωριούχου υδραργύρου και αρσενικού οξέος θα ενισχύσουν την ανάπτυξη της μαγιάς (μύκητα), μέτριες δόσεις αυτών των στοιχείων θα την αναστείλουν και μεγάλες δόσεις θα σκοτώσουν τον μύκητα.

Το 1920, συμβατικοί επιστήμονες που εξέτασαν και επιβεβαίωσαν αυτήν τη διφασική ανταπόκριση, ονόμασαν το φαινόμενο "Ορμεσις" (Ηormesis) και έκτοτε δεκάδες μελέτες, σε διάφορα θέματα, δημοσιεύτηκαν, για να επιβεβαιώσουν αυτήν τη βιολογική αρχή. ii

Τις τελευταίες δύο δεκαετίες παρατηρήθηκε μια αναβίωση του ενδιαφέροντος γι' αυτόν τον φαρμακολογικό νόμο και τώρα εκατοντάδες μελέτες σε πολυάριθμους ερευνητικούς τομείς τον έχουν επιβεβαιώσει. Εξ'αιτίας του γεγονότος ότι αυτές οι μελέτες έχουν πραγματοποιηθεί από επιστήμονες συμβατικούς και οι οποίοι δεν είχαν καμία σχέση με την ομοιοπαθητική, δεν έχουν ελέγξει ή ούτε καν ακόμα είχαν σκεφτεί να ελέγξουν τις υπεραραιωμένες διαλύσεις που χρησιμοποιούνται στην ομοιοπαθητική. Όμως, οι έρευνές τους με τέτοιες μικρές δόσεις, δείχνουν συνεχώς τόσο σημαντικά αποτελέσματα ώστε και οι ίδιοι οι ερευνητές εκφράζουν σύγχυση και έκπληξη.

Η αναφορά στην έρευνα με βάση το νόμο των Arndt - Schulz και το φαινόμενο Hormesis είναι σημαντικά για την αξιολόγηση της ομοιοπαθητικής έρευνας, καθότι επιδεικνύει την σπουδαιότητα της διφασικής ανταπόκρισης και της επίδρασης των ελαχίστων δόσεων, συμβάντα που βρίσκονται στην "καρδιά" της ομοιοπαθητικής θεραπευτικής.

Αυτή η έρευνα, αν και είναι εύκολα προσιτή σε φυσικούς και επιστήμονες, εντούτοις συχνά αγνοείται ή δεν κατανοείται.

Ο ερευνητικός όγκος στα ομοιοπαθητικά φάρμακα, συνεχώς διογκώνεται και παράλληλα αυξάνεται και η δυσχέρεια του να αγνοηθούν αυτές οι μελέτες, καθόσον πλέον αυτές εμφανίζονται σε πολλά από τα πλέον έγκυρα ιατρικά και επιστημονικά έντυπα ανά τον κόσμο.
Αυτό το άρθρο δεν θα εξαντλήσει το θέμα της έρευνας (όπου θα απαιτείτο ένας ή δύο τόμοι). Θα παρουσιάσει όμως πολλές από τις καλύτερες μελέτες, οι περισσότερες από τις οποίες έχουν δημοσιευθεί σε κλασσικά ιατρικά και επιστημονικά περιοδικά. Μερικές από τις μελέτες συζητιούνται εξ' αιτίας των εντυπωσιακών αποτελεσμάτων που έχουν να επιδείξουν και άλλες συμπεριλαμβάνονται για την αξία που έχουν στην καλύτερη κατανόηση της ομοιοπαθητικής και της θεραπευτικής διεργασίας.
Η ανασκόπηση των ερευνών δεν γίνεται μόνο για δοθεί ένα πειστήριο για την αποτελεσματικότητα της ομοιοπαθητικής ιατρικής, αλλά επίσης για να διαφωτίσει τους αναγνώστες στο πώς να αξιολογούν μια ομοιοπαθητική έρευνα, είτε αυτή έχει θετικά είτε αρνητικά αποτελέσματα.

Για την πληρέστερη κατανόηση του υπόλοιπου τμήματος αυτού του άρθρου, θα βοηθούσαν οι εξής διευκρινίσεις:

* Διπλά-τυφλά (double-blind) πειράματα αναφέρονται στα πειράματα όπου ούτε ο πειραματίζων ούτε οι συμμετέχοντες γνωρίζουν αν χορηγείται συγκεκριμένο φάρμακο ή πλασέμπο (ένα αδρανές φάρμακο που μοιάζει και έχει την ίδια γεύση με το κανονικό ομοιοπαθητικό φάρμακο)

* Τυχαία-επιλεγμένα (randomized) πειράματα είναι αυτά όπου οι συμμετέχοντες σε ένα πείραμα τοποθετούνται τυχαία είτε σε ομάδες για θεραπεία είτε σε ομάδες πλασέμπο. Οι ερευνητές προσπαθούν να βάλουν άτομα με παραπλήσια χαρακτηριστικά, σε ίσο αριθμό, στις ομάδες θεραπείας και πλασέμπο.

* Διασταυρούμενες (crossover) μελέτες αναφέρονται σε πειράματα στα οποία οι μισοί συμμετέχοντες σε μία μελέτη παίρνουν πλασέμπο στην πρώτη φάση της μελέτης και μετά, κατά την διάρκεια της δεύτερης φάσης, παίρνουν το κανονικό φάρμακο, ενώ οι άλλοι μισοί ξεκινούν με το φάρμακο και μετά, στην δεύτερη φάση, παίρνουν πλασέμπο. Οι διασταυρούμενες μελέτες, ωρισμένες φορές, δεν ελέγχουν ένα πλασέμπο, αλλά συγκρίνουν ένα τύπο θεραπείας με κάποιον άλλο.

Η σύγχρονη έρευνα είναι σχεδιασμένη, για να αξιολογεί τα αποτελέσματα μίας θεραπείας, συγκριτικά με αυτά του πλασέμπο και/ή μίας άλλης θεραπείας. Η μελέτη αυτού του τύπου είναι αξιόλογη, γιατί πολλοί ασθενείς αντιδρούν πολύ καλά στα πλασέμπο, και αυτή η "θεραπεία" (με πλασέμπο) είναι πολύ ασφαλής και χαμηλού κόστους. Εντούτις, γενικά, θεωρείται ότι οι "πραγματικές θεραπείες" πρέπει να έχουν σημαντικά καλύτερα αποτελέσματα από τα αποτελέσματα των πλασέμπο. Θα πρέπει όμως να επισημανθεί ότι και τα αποτέλεσμα του πλασέμπο (placebo effect) μπορεί να είναι σημαντικά και παράλληλα πολύ θετικά από κλινικής πλευράς (κάποιοι τα θεωρούν σαν ένα τύπο αυτο-θεραπείας).

Το διπλό-τυφλό πείραμα είναι απαραίτητο στις έρευνες, γιατί οι ερευνητές τείνουν να συμπεριφέρονται διαφορετικά ή καλύτερα στους ανθρώπους που λαμβάνουν το πραγματικό φάρμακο, από αυτούς που λαμβάνουν πλασέμπο, καταρρίπτοντας με αυτό τον τρόπο τα αποτελέσματα της έρευνας. Η έρευνα γίνεται με τυχαία επιλογή (randomized) ώστε να υπάρχει όσο γίνεται περισσότερη ομοιότητα, μεταξύ των ομάδων των ανθρώπων που παίρνουν το φάρμακο και αυτών που παίρνουν πλασέμπο, έτσι ώστε η σύγκριση να είναι η δυνατότερη ακριβής. Οι διασταυρούμενες μελέτες επιτρέπουν στους ερευνητές να συγκρίνουν τις μεμονωμένες δράσεις του πλασέμπο και του φαρμάκου σε όλα τα άτομα του πειράματος.

Οι στατιστικές, φυσικά, είναι ένας σπουδαίος παράγοντας της έρευνας. Μιά θεραπεία θεωρείται ως καλύτερη από το πλασέμπο, εάν τα αποτελέσματα, σύμφωνα με την στατιστική ανάλυση, δεν έχουν περισσότερο από 5% πιθανότητα να συμβούν τυχαία (ο συμβολισμός αυτής της πιθανότητας είναι P=.05). Mια μελέτη με μικρό αριθμό ασθενών (π.χ 30 ή λιγότερο) πρέπει να δείξει μια μεγάλη διαφορά ανάμεσα στις ομάδες θεραπείας και μη θεραπείας, ώστε να γίνει στατιστικά σημαντική. Μια μελέτη με μεγάλο αριθμό ασθενών (για παράδειγμα, αρκετών εκατοντάδων) χρειάζεται να έχει μόνο μια μικρή, αλλά σταθερή, διαφορά, για να πετύχει μια παρόμοια στατιστική αξία. Αυτή η πληροφορία δίνεται, ώστε οι αναγνώστες, να γνωρίζουν ότι όλες οι μελέτες που παρουσιάζονται σ'αυτό το άρθρο είναι στατιστικά σημαντικές, εκτός εάν επισημαίνονται διαφορετικά.

ΚΛΙΝΙΚΗ ΕΡΕΥΝΑ

Οι άνθρωποι συχνά μπερδεύονται με τις έρευνες, όχι μόνο γιατί κάποιες μπορεί να είναι τεχνικά επικαλυμμένες (overly technical), αλλά γιατί κάποιες μελέτες δείχνουν ότι μια θεραπεία αποδίδει και κάποιες άλλες όχι. Για να λυθεί το πρόβλημα, χρησιμοποιήθηκε μια πρόσφατη ερευνητική τεχνική, η λεγόμενη "μετα-ανάλυση", που είναι μια συστηματική ανάλυση του όγκου μιας έρευνας και αξιολογεί τα συνολικά αποτελέσματα των πειραμάτων.

Δευτέρα, 4 Μαΐου 2015

Ομοιοπαθητική και αυτογνωσία Ξέρω τι θέλω, η θέλω αυτά που προσδοκούν οι άλλοι να θέλω;



Ξέρω τι θέλω, η θέλω αυτά που προσδοκούν οι άλλοι να θέλω;

Αν πετύχω αυτή τη νέα δουλειά, αν αγοράσω αυτό το καλύτερο αυτοκίνητο, αν κάνω αυτό το ταξίδι – τι βγαίνει; Προς τι όλα αυτά; Εγώ είμαι πραγματικά εκείνος που επιθυμεί όλα αυτά; Δεν επιδιώκω κάποιο σκοπό, που υποτίθεται πως θα με κάνει ευτυχή, που όμως μου ξεφεύγει μόλις φτάνω στην επιτυχία του;

Τα ερωτήματα αυτά, όταν εγείρονται, δημιουργούν φόβο, γιατί θέτουν επί τάπητος την ίδια τη βάση πάνω στην οποία στηρίζεται όλη η δραστηριότητα του ανθρώπου, η γνώση του για το τι επιθυμεί.
Οι άνθρωποι τείνουν για το λόγο αυτό να απαλλαγούν όσο συντομότερα γίνεται απ’ αυτές τις ενοχλητικές σκέψεις. Αισθάνονται να τους ενοχλούν αυτά τα ερωτήματα γιατί έχουν κουραστεί ή νοιώθουν αποθάρρυνση και συνεχίζουν να επιδιώκουν τους σκοπούς που πιστεύουν πως είναι δικοί τους.

Όλα αυτά όμως δίνουν μια αμυδρή απεικόνιση της αλήθειας – της αλήθειας πως ο σύγχρονος άνθρωπος ζει με την αυταπάτη πως ξέρει τι θέλει, ενώ πραγματικά θέλει αυτό που προσδοκούν οι άλλοι να θέλει. Για να το παραδεχτεί αυτό, πρέπει να νοήσει πως το να ξέρει κανείς τι πραγματικά θέλει δεν είναι εύκολο, όπως νομίζει ο περισσότερος κόσμος, αλλά ένα από τα πιο δύσκολα προβλήματα που πρέπει να λύσει κάθε ανθρώπινο ον.

Το έργο αυτό προσπαθούμε επίμονα να το αποφύγουμε, αποδεχόμενοι έτοιμους σκοπούς σα να ήταν δικοί μας. Ό σύγχρονος άνθρωπος είναι πρόθυμος να αναλάβει μεγάλους κινδύνους όταν προσπαθεί να επιτύχει σκοπούς που υποτίθεται πως είναι «δικοί του». Αισθάνεται όμως μεγάλο φόβο όταν πρόκειται να αναλάβει τον κίνδυνο και την ευθύνη να καθορίσει ο ίδιος τις επιδιώξεις του.

Η έντονη δραστηριότητα εκλαμβάνεται συνήθως σαν αυτεξούσια δράση, μολονότι είναι γνωστό πως μπορεί να είναι τόσο αυθόρμητη όσο και η συμπεριφορά ενός ηθοποιού ή ενός υπνωτισμένου προσώπου. Όταν δοθεί η γενική πλοκή του έργου, κάθε ηθοποιός μπορεί να παίξει ζωντανά το ρόλο του και ακόμη να καθορίσει ο ίδιος τη γραμμή και τις λεπτομέρειες της δράσης. Παρ’ όλα αυτά, παίζει το ρόλο που του ανέθεσαν.

Η ειδική δυσκολία στο να αναγνωρίσουμε μέχρι ποιο βαθμό οι επιθυμίες μας – καθώς επίσης οι σκέψεις και τα αισθήματα μας – δεν είναι πραγματικά δικές μας αλλά μας επιβάλλονται απέξω, συνδέεται στενά με το πρόβλημα της εξουσίας και της ελευθερίας.

Στην πορεία της σύγχρονης ιστορίας, ή εξουσία της Εκκλησίας παραχώρησε τη θέση της στην εξουσία του Κράτους, ή εξουσία του Κράτους στην εξουσία της συνείδησης και η τελευταία στην ανώνυμη εξουσία του κοινού αισθήματος και της κοινής γνώμης, που δρουν σαν όργανα κομφορμισμού.  (Δηλαδή προσαρμογή ενός ατόμου στις απαιτήσεις και στους τύπους συμπεριφοράς της ομάδας στην οποία ανήκει).

Έχοντας απελευθερωθεί από τις παλαιότερες απροκάλυπτες μορφές εξουσίας δε βλέπουμε πως έχουμε εμπλακεί στα δίχτυα ενός νέου είδους εξουσίας. Έχουμε μεταβληθεί σε αυτόματα, που ζουν με την ψευδαίσθηση πως είναι αυτεξούσια άτομα. Η ψευδαίσθηση αυτή δίνει στο άτομο τη δυνατότητα να μην αποκτά συνείδηση της ανασφάλειάς του, αλλά αυτή είναι και η μόνη βοήθεια που μπορεί να παρέχει αυτή η ψευδαίσθηση.

Ζει σ’ έναν κόσμο, όπου έχει χαθεί η αυθόρμητη συνάφεια, όπου ο καθένας και το κάθε τι έχουν γίνει απλώς μέσο και όπου το ίδιο το άτομο έχει γίνει μέρος μιας μηχανής που έφτιαξε με τα ίδια του τα χέρια.

Αν δεν είμαι τίποτε άλλο εκτός από εκείνο που νομίζουν οι άλλοι πως είμαι – ποιος είμαι «εγώ»;

Αυτή η απώλεια ταυτότητας, λοιπόν, κάνει επιτακτικότερο τον κομφορμισμό. Σημαίνει πως μπορεί κανείς να είναι βέβαιος για τον εαυτό του μόνο αν υπάρχει σύμφωνα με τις προσδοκίες των άλλων. Αν δεν αντιστοιχεί η ζωή μας σ’ αυτή την εικόνα, όχι μόνο διατρέχουμε τον κίνδυνο αποδοκιμασίας και ολοένα μεγαλύτερης απομόνωσης, αλλά κινδυνεύουμε επίσης να χάσουμε την ταυτότητα του Είναι μας, πράγμα που σημαίνει πως εκθέτουμε σε κίνδυνο την πνευματική μας υγεία.
Ψυχολογικά, το αυτόματο, ενώ εξακολουθεί να ζει βιολογικά, συναισθηματικά και ψυχικά, είναι νεκρό.

Ποια είναι λοιπόν η σημασία της ελευθερίας για το σύγχρονο άνθρωπο;

Έχει απελευθερωθεί από τα εξωτερικά δεσμά που δεν του επέτρεπαν να κάνει και να σκέφτεται όπως ήθελε αυτός. Θα μπορούσε να ενεργεί σύμφωνα με τη θέληση του, αν ήξερε τι θέλει, τι σκέφτεται και τι αισθάνεται. Αλλά δεν ξέρει. Συμμορφώνεται στις επιταγές ανώνυμων αρχών και αποδέχεται ένα Εγώ που δεν είναι δικό του. Και όσο περισσότερο δείχνει τον κομφορμισμό του, τόσο περισσότερο ανίσχυρος αισθάνεται, τόσο περισσότερο υποχρεώνεται να υποκύπτει.

Παρά την επίπλαστη αισιοδοξία και πρωτοβουλία, ο σύγχρονος άνθρωπος συντρίβεται κάτω από ένα έντονο αίσθημα αδυναμίας, που τον κάνει να στέκεται ανίσχυρος, σα να ήταν παράλυτος, μπροστά στις επερχόμενες καταστροφές.

Ας μην ξεχνάμε ότι η απόγνωση του ατόμου που έγινε αυτόματο, έγινε το γόνιμο έδαφος για όλους αυτούς που είναι ενάντια στην ζωή.

Η απάντηση σε όλη αυτή την ασχήμια που έχει ξεπέσει ο άνθρωπος είναι η Αγάπη.

Η αγάπη βέβαια, δεν είναι όπως το υποκείμενο στη σκέψη του Λούθηρου, του Καλβίνου καθώς και του Κάντ και του Φρόυντ, ότι το να αγαπάς τους άλλους είναι αρετή, το να αγαπάς τον εαυτό σου είναι αμαρτία. Επίσης ότι η αγάπη προς τους άλλους και η αγάπη προς τον εαυτό σου αποκλείονται αμοιβαία.

Θεωρητικά πρόκειται εδώ για σφαλερή άποψη ως προς τη φύση της αγάπης. Η αγάπη είναι έντονη συνειδητοποίηση της παρουσίας ενός «αντικειμένου». Δεν είναι «προσποίηση» αλλά ενεργητική τάση και εσωτερική σχέση, σκοπός της οποίας είναι η ευτυχία, η πρόοδος και η ελευθερία του αντικειμένου της. Είναι προδιάθεση που εξ’ αρχής μπορεί να στρέφεται προς οποιοδήποτε πρόσωπο και αντικείμενο, περιλαμβανομένου και του εαυτού μας. Η αποκλειστική αγάπη αυτή καθαυτή είναι μια αντίφαση.

Και δεν είναι, όπως θα ήθελε η άποψη για το ρομαντικό έρωτα, το ότι υπάρχει ένα μόνο πρόσωπο στον κόσμο που θα μπορούσε ένα άτομο να αγαπήσει, ότι η μεγαλύτερη ευκαιρία της ζωής του είναι να βρει αυτό το πρόσωπο, και ότι ό έρωτας για το πρόσωπο αυτό έχει σαν αποτέλεσμα να απομακρύνεται από τους άλλους.

Το είδος της αγάπης που μπορεί να νοιώσει κανείς μόνο για ένα πρόσωπο αποδεικνύει, απ’ αυτό και μόνο το γεγονός, ότι δεν είναι αγάπη αλλά σαδομαζοχιστική αφοσίωση. Το περιεχόμενο στον έρωτα θετικό στοιχείο κατευθύνεται προς το αγαπημένο πρόσωπο, που αντιπροσωπεύει την ενσάρκωση των ουσιωδών ανθρώπινων ιδιοτήτων.

Ο έρωτας προς ένα πρόσωπο συνεπάγεται την αγάπη προς τον άνθρωπο γενικά.